κηδεία /ciðeˈia/ Noun
- English
- funeral
- हिन्दी
- अंतिम संस्कार
Example
- Πλήθος κόσμου παραβρέθηκε στην [κηδεία] του παππού. (Πολλοί άνθρωποι / Πλήθος κόσμου / Στρατιές κόσμου)
- Hundreds of people attended the funeral.
- Η λέξη «πλήθος» δίνει ζεστασιά και όγκο.