Κοινοβουλευτικός /ci̯no.vu.lef.stiˈkos/ ΕπίθετοEnglishparliamentaryहिन्दीसंसदीयExampleΗ κοινοβουλευτική συνεδρίαση αναβλήθηκε.The parliamentary session was adjourned.Εδώ το 'κοινοβουλευτική' (θηλ.) ταιριάζει απόλυτα με τη 'συνεδρίαση'.