λυγισμένος /bɛnt/ AdjectiveEnglishbentहिन्दीटेढ़ा / बिगड़ा हुआExampleΤο σύρμα ήταν [λυγισμένο] σε κύκλο.The wire was bent into a circle.Εδώ το 'λυγισμένος' είναι η πιο φυσική επιλογή για μέταλλο.