μεγάλος /meˈɣalɔs/ Adjective

English
big
हिन्दी
बड़ा

Example

  • Είναι ένας μεγάλος άνθρωπος με καλή καρδιά.
  • He is a big man with a kind heart.
  • Το 'μεγάλος' εδώ τονίζει τον χαρακτήρα, όχι μόνο το σώμα.