Μέσο /ˈme.so/ Noun
- English
- means
- हिन्दी
- अर्थ/मतलब (जब meaning हो) और साधन/उपाय (जब method/resource हो)
Example
- Το email είναι ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό [μέσο] επικοινωνίας.
- Email is a highly effective means of communication.
- Εδώ το 'μέσο' είναι ουδέτερο και λειτουργεί ως μέθοδος.