οικολογικός /ikoˈloʝikos/ Adjective

English
ecological
हिन्दी
पारिस्थितिक

Example

  • Η [οικολογικός - περιβαλλοντικός - φυσιολατρικός] ζημιά από τη διαρροή ήταν καταστροφική.
  • The ecological impact of the spill was devastating.
  • Εδώ το 'οικολογικός' είναι ο πιο άμεσος όρος, αλλά το 'περιβαλλοντικός' είναι εξίσου κοινό.