οικονομολόγος /ˌikonoˈmoʝos/ NounEnglisheconomistहिन्दीअर्थशास्त्रीExampleΟ κύριος [οικονομολόγος] της τράπεζας προέβλεψε ύφεση.The bank's chief economist predicted a recession.Η λέξη είναι άμεση και επαγγελματική.