ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ /aɣanakˈtisi/ NounEnglishoutrageहिन्दीतीव्र आक्रोशExampleΗ εισαγγελική δήλωση προκάλεσε δημόσια **οργή**.The judge's remarks caused public outrage.Εδώ η οργή είναι η μαζική αντίδραση.