μεταβατικός /metavasiˈkos/ Adjective
- English
- interim
- हिन्दी
- कामचलाऊ
Example
- Η **προσωρινή** κυβέρνηση θα ασκήσει εξουσία μέχρι τις εκλογές.
- The interim government will hold power until the elections.
- Το 'προσωρινός' είναι το πιο συνηθισμένο και ζεστό.