Πρωτοβουλία /pro.to.viˈli.a/ Noun

English
initiative
हिन्दी
पहल

Example

  • Η κυβέρνηση ανέλαβε νέα υγειονομική [πρωτοβουλία] (δράση / κίνηση / ενέργεια) — της: The government launched a new health initiative.
  • The government launched a new health initiative.
  • Το «αναλαμβάνω» είναι το μαγνητικό ρήμα εδώ.