Σαββατοκύριακο /sa.va.toˈci.ri.a.ko/ Noun

English
weekend
हिन्दी
सप्ताहांत

Example

  • Τι κάνεις το [Σαββατοκύριακο] το άλλο; — Η λέξη αυτή είναι ο βασιλιάς του προγραμματισμού.
  • Are you doing anything special this weekend?
  • Η ερώτηση είναι άμεση και φιλική.