σκάνδαλο /skanˈdalo/ Ουσιαστικό
- English
- scandal
- हिन्दी
- बदनामी
Example
- Το σκάνδαλο της διαφθοράς [αίσχος / επαίσχυντη υπόθεση / φιάσκο] κατέστρεψε την καριέρα του.
- The corruption scandal destroyed his career.
- Το «φιάσκο» είναι πιο κοντά στο αποτυχημένο αποτέλεσμα, ενώ το «σκάνδαλο» στην ηθική πτώση.