σύννεφο /ˈsiːnɛfɔ/ Noun

English
cloud
हिन्दी
बादल

Example

  • Σχηματίζονταν [σύννεφα] βαριά στον ορίζοντα.
  • Dark clouds were gathering in the west.
  • Η λέξη 'σύννεφο' είναι η πιο κοινή και ουδέτερη.