Τρομακτικός /tɾo.ma.ciˈkos/ Επίθετο

English
frightening
हिन्दी
भयानक

Example

  • Η ταινία είχε μερικές πραγματικά τρομακτικές σκηνές. (Ανατριχιαστικός / Αποτρόπαιος / Σοκαριστικός)
  • The movie had some truly frightening scenes.
  • Το «τρομακτικός» είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή για οπτικό ή ψυχολογικό φόβο.