έπαθλο /eˈpaθlo/ NounEnglishtrophyहिन्दीपुरस्कारExampleΓυάλιζε το ποδοσφαιρικό [τρόπαιο] κάθε Κυριακή.She polished her tennis trophy every Sunday.Το 'γυαλίζω' (polish) είναι η κλασική δράση με ένα τρόπαιο.