Υγειονομική Περίθαλψη /ʝi.o.no.miˈkik pe.riˈθal.psi/ Noun

English
healthcare
हिन्दी
स्वास्थ्य सेवा

Example

  • Το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης για τους ηλικιωμένους αυξάνεται. (Η φροντίδα / Η κάλυψη / Η περίθαλψη)
  • The costs of healthcare for the elderly are rising.
  • Η λέξη 'περίθαλψη' φέρει μια ζεστασιά φροντίδας, όχι μόνο ιατρικής πράξης.