Στηρικτικός /stiˈriksikos/ Adjective
- English
- supportive
- हिन्दी
- साथ देने वाला
Example
- Ήταν μια φίλη **υποστηρικτική** σε όλες τις χαρές και τις λύπες μου.
- She has been a supportive friend through all my ups and downs.
- Η λέξη 'υποστηρικτικός' είναι η πιο άμεση και ζεστή επιλογή εδώ.