αφοσίωση /afoˈsi.o.si/ Noun
- English
- dedication
- Bahasa Indonesia
- ketekunan
Example
- Η αφοσίωση (αφοσίωση / προσήλωση / αφοσίωση) στην οικογένειά της είναι πηγή έμπνευσης.
- Her dedication to her family is inspiring.
- Εδώ τονίζεται η συναισθηματική δέσμευση.