Marketplace (ως δάνειο) / Ψηφιακή Αγορά /ˈmɑːrkɪtˌpleɪs/ Noun
- English
- marketplace
- Bahasa Indonesia
- arena niaga
Example
- Οι εταιρείες πρέπει να μάθουν να επιβιώνουν στην [Αγορά] — της [Ανταγωνιστικής Δύναμης / Οικονομικής Ζούγκλας / Σκληρής Πραγματικότητας].
- Companies must be able to survive in the marketplace.
- Η 'Αγορά' εδώ φέρει την έννοια του σκληρού ανταγωνισμού.