τρελό /waɪld/ Adjective
- English
- wild
- Bahasa Indonesia
- liar
Example
- Είδαμε μερικά άγρια ελάφια στο λιβάδι. [άγριος / αδάμαστος / ανεξέλεγκτος] — της: Είδαμε μερικά άγρια ελάφια στο λιβάδι.
- We saw several wild deer in the meadow.
- Το «άγριος» είναι η πιο συχνή επιλογή για ζώα.