Αίσθηση /aˈsis.ti.si/ Noun

English
sensation
Bahasa Indonesia
sensasi

Example

  • Ένιωσε μια παράξενη μυρμηγκοφωλιά [αίσθηση / αντίληψη / ερέθισμα] στο χέρι της.
  • She felt a strange tingling sensation in her arm.
  • Εδώ η 'αίσθηση' είναι η πιο φυσική επιλογή για το tingling.