Χάος /ˈxa.os/ Noun
- English
- mess
- Bahasa Indonesia
- berantakan / kacau
Example
- Τα παιδιά άφησαν το σαλόνι σε πλήρη [ακαταστασία] — σαν να πέρασε ανεμοστρόβιλος.
- The kids left the playroom in a total mess.
- Εδώ το 'ακαταστασία' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.