δαπανηρός /ða.pa.niˈros/ Επίθετο
- English
- costly
- Bahasa Indonesia
- memakan biaya besar
Example
- Η αγορά νέων επίπλων μπορεί να αποδειχθεί πολύ **ακριβή**.
- Buying new furniture may prove too costly.
- Εδώ το 'ακριβός' παίρνει θηλυκό γένος για να συμφωνήσει με το 'αγορά'.