αμέσως /aˈme.sos/ Adverb
- English
- immediately
- Bahasa Indonesia
- langsung
Example
- Απάντησε στο email μου [αμέσως] (αμέσως / ευθύς / παραχρήμα) — της έστειλα απάντηση.
- She answered the email immediately.
- Δείχνει άμεση ανταπόκριση στην ψηφιακή επικοινωνία.