Σταθερό Στοιχείο / Κολόνα /ˈfɪkstʃər/ Noun
- English
- fixture
- Bahasa Indonesia
- perlengkapan/rutinitas mapan
Example
- Η ομάδα έχει μια δύσκολη [Αναμέτρηση] με τους πρωτοπόρους του πρωταθλήματος αυτό το Σαββατοκύριακο.
- The team has a difficult fixture against the league leaders this weekend.
- Στον αθλητισμό, το «fixture» είναι η πιο φυσική επιλογή.