Ανοικοδόμηση /anoikoðómiːsi/ Noun
- English
- reconstruction
- Bahasa Indonesia
- pembangunan kembali
Example
- Η [αναστήλωση] (ανοικοδόμηση / επαναφορά / ανοικοδόμηση) του εκπαιδευτικού συστήματος είναι μακροπρόθεσμος στόχος.
- The reconstruction of the educational system is a long-term goal.
- Εδώ η αναστήλωση αφορά δομή, όχι μόνο πέτρα.