Ανεργία /anɛrˈɟia/ Noun
- English
- unemployment
- Bahasa Indonesia
- pengangguran
Example
- Η πόλη υπέφερε από υψηλή [ανεργία] (απραξία / έλλειψη απασχόλησης) μετά το κλείσιμο του ορυχείου.
- The town suffered from high unemployment after the mine closed.
- Η 'ανεργία' είναι ο καθιερωμένος όρος για την οικονομική κατάσταση.