ανησυχώ /ani.siˈxo/ Adjective
- English
- worried
- Bahasa Indonesia
- khawatir
Example
- Μην είσαι τόσο ανήσυχος (αγωνιώδης / αγχωμένος / προβληματισμένος) — όλα θα πάνε καλά.
- Don't look so worried, it will be fine.
- Το 'ανήσυχος' είναι η πιο ήπια και συχνή έκφραση.