Ασύμβατος / Ανομοιότητα /dɪˈspærət/ Επίθετο

English
disparate
Bahasa Indonesia
berbeda kutub

Example

  • Οι ιδέες των μελών της ομάδας ήταν **ανόμοιες** (διαφορετικές / ετερόκλητες) ως προς τον τρόπο προσέγγισης του έργου.
  • The team members had disparate ideas on how to approach the project.
  • Εδώ τονίζεται η έλλειψη κοινού εδάφους στις προτάσεις.