ανταγωνιστής /antaɣoˈnistís/ Noun
- English
- competitor
- Bahasa Indonesia
- pesaing
Example
- Στον μαραθώνιο, πάνω από διακόσιοι [ανταγωνιστές] έδωσαν το παρών.
- Over 200 competitors entered the race.
- Εδώ το 'ανταγωνιστής' είναι πιο επίσημο από το 'αντίπαλος'.