γκουερίγια /ɡeɾiˈʎa/ Noun
- English
- guerrilla
- Bahasa Indonesia
- gerilya
Example
- Οι αστικοί {αντάρτες} δρούσαν από κρυμμένα υπόγεια.
- The urban guerrillas operated from hidden basements.
- Εδώ το 'αντάρτης' καλύπτει τέλεια την έννοια του 'guerrilla fighter'.