αντάρτης /anˈdartis/ Ο Αντάρτης
- English
- rebel
- Bahasa Indonesia
- pembangkang
Example
- Οι [αντάρτες] (στασιαστής / επαναστάτης / αποστάτης) ανέλαβαν τον έλεγχο του ορεινού περάσματος.
- The rebel forces took control of the border.
- Εδώ η έμφαση είναι στην ένοπλη δράση.