αντίδραση /anˈdiðrasti/ Noun
- English
- reaction
- Bahasa Indonesia
- tanggapan
Example
- Η **αντίδραση** (απογοήτευση / έκπληξη / θυμός) της στην ανακοίνωση ήταν αναμενόμενη.
- Her reaction to the surprise party was priceless.
- Εδώ η αντίδραση είναι συναισθηματική.