απαιτώ /ɐpɛˈt͡ʃi/ Noun
- English
- demand
- Bahasa Indonesia
- tuntutan / menuntut
Example
- Η [απαίτηση] των εργαζομένων για υψηλότερους μισθούς απορρίφθηκε.
- The union's demand for higher pay was rejected.
- Εδώ το «απαίτηση» είναι πιο ισχυρό από το απλό «αίτημα».