Αποφασίζω /a.fo.siˈzɔ/ Verb
- English
- decide
- Bahasa Indonesia
- memutuskan
Example
- Είναι στο χέρι σου να αποδώσεις (να κρίνεις / να διαλέξεις / να επιλέξεις) την τελική απάντηση.
- It's up to you to decide.
- Η έμφαση δίνεται στην προσωπική ευθύνη της επιλογής.