Αποκαλύπτω /apokaliˈvto/ Verb
- English
- disclose
- Bahasa Indonesia
- mengungkapkan
Example
- Η εταιρεία αρνήθηκε να [Αποκαλύψω] τους κινδύνους του νέου λογισμικού.
- The company failed to disclose the risks of the new software.
- Εδώ τονίζεται η παράλειψη της αποκάλυψης.