αποτέλεσμα /apotélesma/ Noun
- English
- effect
- Bahasa Indonesia
- efek
Example
- Τα θετικά **αποτελέσματα** (συνέπεια / έκβαση / καρπός) της άσκησης είναι τεκμηριωμένα.
- The beneficial effects of exercise are well-documented.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο πληθυντικός, 'αποτελέσματα'.