Αρχή /aɾˈçi/ Noun

English
beginning
Bahasa Indonesia
awal

Example

  • Μια καλή ιστορία πρέπει να έχει ξεκάθαρη αρχή, μέση και τέλος.
  • A good story has to have a clear beginning, middle, and end.
  • Η τριμερής δομή είναι παγκόσμια, αλλά τονίζεται πολύ στην ελληνική ρητορική.