αρσενικό /arˈseniko/ AdjectiveEnglishmaleBahasa IndonesiapriaExampleΟ [αρσενικός] συνάδελφος είναι κάποιος που εμπιστεύομαι.He is a male colleague I trust.Η χρήση είναι άμεση και ουδέτερη.