Ασφάλεια /asˈfalia/ NounEnglishsecurityBahasa IndonesiakeamananExampleΗ αερολιμενική [ασφάλεια] είναι πολύ αυστηρή.The airport has strict security.Εδώ εννοούμε τους ελέγχους και τους κανόνες.