πάθηση /paˈsi̱si/ (Πά-θη-ση) Noun
- English
- disease
- Bahasa Indonesia
- penyakit
Example
- Ο γιατρός ερευνά μια θεραπεία για την [ασθένεια] (πάθηση / δυσφορία / ταλαιπωρία).
- The doctor is researching a cure for the disease.
- Η 'ασθένεια' είναι ο πιο ουδέτερος όρος.