άσχημος /ˈaʃimos/ Adjective
- English
- ugly
- Bahasa Indonesia
- jelek
Example
- Η επιτροπή πολεοδομίας γκρέμισε το [άσχημο] τσιμεντένιο κτίριο.
- The city planning committee tore down the ugly concrete block.
- Το 'άσχημο' εδώ είναι η πιο άμεση και κοινή επιλογή.