αυτί /afˈti/ Noun
- English
- ear
- Bahasa Indonesia
- telinga
Example
- Έβαλε το χέρι της πίσω από το **αυτί** της (έπιασε / έβαλε / τοποθέτησε) μια τούφα μαλλιών.
- She tucked a strand of hair behind her ear.
- Η κίνηση αυτή είναι συχνά σημάδι νευρικότητας ή φλερτ.