Αξιολόγηση /aksioloˈʝisi/ Noun
- English
- assessment
- Bahasa Indonesia
- penilaian
Example
- Χρειάζεται μια λεπτομερής αξιολόγηση των κινδύνων που εμπεριέχονται.
- A detailed assessment of the risks involved.
- Η 'αξιολόγηση' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή για κινδύνους.