Αξιοπιστία /aksiopistía/ NounEnglishreliabilityBahasa IndonesiakeandalanExampleΗ πράξη έθεσε υπό αμφισβήτηση τα κίνητρά της και την [αξιοπιστία] της.The incident cast doubt on her motives and reliability.Εδώ η αξιοπιστία αφορά τον χαρακτήρα.