μπαρ /baɾ/ Noun

English
bar
Bahasa Indonesia
bar (kata serapan)

Example

  • Κανονίσαμε να βρεθούμε σε ένα μπαρ που λέγεται Φλαμίνγκο.
  • We arranged to meet in a bar called the Flamingo.
  • Το 'μπαρ' είναι δάνειο και χρησιμοποιείται αυτούσιο.