ενοχλώ / κόπος /enoˈxlo/ Verb
- English
- bother
- Bahasa Indonesia
- repot
Example
- Δεν **ενοχλήθηκα** (Ποιητικό: λυπήθηκα / στενοχωρήθηκα / αγχώθηκα) να κλείσω την πόρτα.
- I didn't bother to lock the door.
- Εδώ χρησιμοποιείται το αόριστο για να δηλώσει την έλλειψη πράξης.