καλύβα /kaˈli.va/ Noun
- English
- cabin
- Bahasa Indonesia
- pondok
Example
- Η παλιά μου **καμπίνα** (θάλαμος / θάλαμος / θάλαμος) στη θάλασσα με έκανε να νιώθω άσχημα.
- I lay in my cabin feeling miserably seasick.
- Στα πλοία, η 'καμπίνα' είναι ο θάλαμος διαμονής.