Χαλαρός / Χαλαρά /xaˈla.ros/ Adjective
- English
- casual
- Bahasa Indonesia
- santai
Example
- Φόρεσε κάτι **χαλαρό** (αβίαστο / ανεπίσημο) για την εκδήλωση της startup.
- She wore casual clothes to the startup event.
- Στην ένδυση, το 'χαλαρό' είναι το πιο συχνό και ζεστό.