Σινεμά /siˈnema/ Noun
- English
- cinema
- Bahasa Indonesia
- bioskop
Example
- Συναντηθήκαμε στον **κινηματογράφο** (αίθουσα / σινεμά / θέατρο) πριν αρχίσει η παράσταση.
- We met at the cinema before the show started.
- Στην καθομιλουμένη, το 'σινεμά' είναι πολύ πιο συχνό.